έρημος

Με τον όρο έ. εννοείται στη φυσική γεωγραφία μια περιοχή με ξηρό κλίμα που χαρακτηρίζεται από μεγάλη σπανιότητα ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων (το μέγιστο ετήσιο ύψος βροχής ανέρχεται γενικά σε 200-250 χιλιοστά), τα οποία κατανέμονται πολύ ανομοιόμορφα. Έτσι, ορισμένες περιοχές παραμένουν ολόκληρα χρόνια σε απόλυτη ξηρασία και ξαφνικά δέχονται θυελλώδεις και ραγδαίες βροχές. Από κλιματολογική άποψη και με βάση τις μέσες εποχικές θερμοκρασίες, οι έ. διακρίνονται σε θερμές (όπως η Σαχάρα), εύκρατες (περιοχές της Αράλης) και ψυχρές, οι οποίες παρουσιάζουν χαμηλές μέσες θερμοκρασίες κατά τη χειμερινή περίοδο (έρημος Γκόμπι, της Παταγονίας και του Τουρκεστάν). Άλλο χαρακτηριστικό των ε. είναι η σχεδόν παντελής απουσία φυτικού καλύμματος. Μόνο η αυστραλιανή έ. παρουσιάζει πυκνή βλάστηση από ακανθώδη φυτά, γιατί δέχεται κατά μέσο όρο 200 χιλιοστά βροχής τον χρόνο. Στις άλλες ε. συναντώνται λίγες πόες ή θάμνοι απομακρυσμένοι μεταξύ τους. Και στις πιο ερημικές όμως περιοχές, εκεί όπου το υπόγειο νερό ανεβαίνει μέχρι την επιφάνεια, υπάρχουν οι οάσεις: αποξηραμένες κοιλάδες, όπου φύονται φοίνικες και κάτω από τη σκιά τους άλλα φυτά. Η σπανιότητα των βροχών εξαρτάται επίσης από την απόσταση των ε. από τη θάλασσα. Οι μάζες των ωκεάνιων ανέμων, φορτωμένες μέχρι έναν βαθμό με υγρασία, φτάνουν τελείως ξηρές στο κέντρο των ηπείρων. Το φαινόμενο αυτό ενισχύεται από την ύπαρξη οροσειρών, που υψώνονται στις παρυφές των ηπείρων και ενεργούν ως φράγμα για τους υγρούς ανέμους. Η προσήνεμη πλαγιά, ποτισμένη από τις βροχές, παρουσιάζει έτσι μεγάλη αντίθεση από την ξηρή, απάνεμη πλαγιά. Το φαινόμενο αυτό διαπιστώνεται, για παράδειγμα, στην Αυστραλία ως αποτέλεσμα της Μεγάλης Διαχωριστικής Οροσειράς και στην Καλιφόρνια (Α της Σιέρα Νεβάδα). Ο τύπος αυτός των ε. ονομάζεται παράκτιος και αφορά κυρίως τις παράλιες ζώνες, που περνούν από κοντά τους θαλάσσια ψυχρά ρεύματα. Έτσι, το Ρεύμα του Περού, για παράδειγμα, μετατρέπει τις ακτές της βόρειας Χιλής και του Περού σε σχεδόν ερημικές, ενώ το Ρεύμα της Μπενγκουέλα επιδρά στις ακτές της Αγκόλα. Εκτός από την ξηρασία που προκαλεί την πλήρη έλλειψη ή τη σπανιότητα της βλάστησης, άλλα χαρακτηριστικά μιας θερμής ε. είναι η ένταση της ηλιοφάνειας –που είναι συνάρτηση της διαύγειας της ξηρής ατμόσφαιρας και της ισχυρής αντανάκλασης των ηλιακών ακτίνων εξαιτίας της γυμνότητας του εδάφους– καθώς και οι απότομες ημερήσιες και ετήσιες άνοδοι της θερμοκρασίας, που μπορεί να φτάσουν και να υπερβούν τους 60-70°C. H ξηρασία ενισχύεται και από θερμούς ανέμους (όπως ο σιρόκος) που διευκολύνουν την εξάτμιση. Τέτοιοι άνεμοι δημιουργούν συχνά ανεμοστρόβιλους, αλλά η ταχύτητά τους σπάνια υπερβαίνει τα 25-30 χλμ. την ώρα. Οι έ. διακρίνονται σε τέσσερις τύπους, ανάλογα με την πετρολογική τους σύσταση: α) αμμώδεις, που αποτελούνται από άμμους και θίνες και είναι η τυπικότερη μορφή των θερμών ε.· β) πετρώδεις, όπου τα πετρώματα απογυμνώνονται με τη λειαντική δράση του ανέμου (αποφύσηση) και την αποκομιδή των υλικών της αποσάθρωσης, καθώς ο άνεμος φυσά με σφοδρότητα· στην κεντρική Ασία, όπου επικρατεί ο γύψος, οι πετρώδεις έ. μπορούν να θεωρηθούν γυψούχοι· πολλές φορές τα πετρώματα καλύπτονται από στρώμα χαλικιών (χαλικώδεις έ.)· γ) αργιλώδεις: ανάμεσα στις πετρώδεις και στις αμμώδεις ε. υπάρχουν εκτάσεις από αργιλικά πετρώματα –σαν νησίδες– που ονομάζονται τακόρ (Σαχάρα)· κατά την περίοδο της ξηρασίας, είναι σκληρά και σχισμένα σε πολυγωνικά σχήματα, ενώ την άνοιξη μετατρέπονται σε ρηχές λίμνες που ονομάζονται κάκι· δ) αλμυρές, οι οποίες αποτελούνται από αλατούχα εδάφη που αποβαίνουν συχνά παγίδες ζώων, γιατί στην επιφάνειά τους σχηματίζεται ένας στερεός επίπαγος, ενώ από κάτω υπάρχει μια αλμυρή ιλύς. Ερημικές εκτάσεις μπορούν να θεωρηθούν ακόμα και οι πολικές, επειδή είναι σπάνια τα ατμοσφαιρικά κατακρημνίσματα, των οποίων το ύψος στις περιοχές αυτές παρουσιάζει τις μικρότερες τιμές πάνω στη Γη. Επειδή όμως στο σύνολό τους αποτελούνται από χιόνια που μετατρέπονται σε πάγο, παραμένουν για μεγάλο διάστημα στο έδαφος. Επειδή η ξηρασία (τυπικό στοιχείο των ε.) εξαρτάται από τη μικρή συχνότητα των βροχών, οι κύριες ερημικές περιοχές αντιστοιχούν στις ζώνες με σταθερά υψηλές ατμοσφαιρικές πιέσεις (αντικυκλωνικές), προς τα Β και προς τα Ν του γεωγραφικού παράλληλου με πλάτος 20°, εκεί ακριβώς όπου βρίσκονται η Σαχάρα, το Ρουμπ αλ Καλί (Αραβική χερσόνησος), η Καλαχάρι, οι έ. της Αυστραλίας κλπ. Τεράστια εξάπλωση παρουσιάζουν οι έ. στη βόρεια Αφρική, στη νοτιοδυτική και κεντρική Ασία. Η βορειοαφρικανική έ. της Σαχάρας υπολογίζεται ότι έχει έκταση πάνω από 9.000.000 τ. χλμ. Στη νοτιοδυτική Αφρική βρίσκονται και οι έ. Νάμιμπ (έ. των αδαμάντων) και Καλαχάρι. Στην Ασία, οι έ. αρχίζουν από την Aραβία, τη Συρία, το Ιράν –απ’ όπου εκτείνεται η κυριότερη ζώνη των ε.– και φτάνουν μέχρι τη Μογγολία. Η έ. Γκόμπι, η σπουδαιότερη της Μογγολίας, έχει έκταση περίπου 1.200.000 τ. χλμ. Στη βορειοδυτική Ινδία κυριότερη είναι η έ. Ταρ. Στην Αυστραλία οι έ. βρίσκονται στο εσωτερικό της, με κυριότερες τη Μεγάλη Αλμυρή Έ. στη δυτική Αυστραλία και προς τα Ν την έ. της Βικτορίας. Στη Βόρεια Αμερική οι πραγματικές έ. έχουν μικρή εξάπλωση σε σύγκριση με τις στέπες. Η Μοχάβι της Καλιφόρνια έχει έκταση 125.000 τ. χλμ. και είναι η μεγαλύτερη της περιοχής. Στη Νότια Αμερική (βόρεια Χιλή), υπάρχει μια αλμυρή έ., η Ατακάμα. Η μορφολογία των ερημικών περιοχών είναι αποτέλεσμα κυρίως της μηχανικής δράσης του ανέμου: όταν φυσά και σαρώνει τα μικρότερα υλικά που σχηματίζονται από την αποσάθρωση των πετρωμάτων, ενώ παραμένουν στη θέση τους τα μεγαλύτερα (αποφύσηση), η περιοχή λειαίνεται· όταν πάλι μεταφέρει κόκκους άμμου, καταστρέφει τα πετρώματα (απορρίνηση). Οι κυριότερες μορφές που σχηματίζονται στις ε. από την αιολική δράση είναι οι θίνες και τα Σος. Εκτός από τη δράση του ανέμου, μεγάλη είναι και η ενέργεια από τις ημερήσιες απότομες μεταβολές της θερμοκρασίας, οι οποίες, συστέλλοντας και διαστέλλοντας διαδοχικά και επανειλημμένα τα πετρώματα, τα καταστρέφουν και επιδρούν στη μορφολογία των ε. Αντίθετα, η δράση των μετεωρικών υδάτων είναι περιορισμένη, εξαιτίας των σπάνιων και σποραδικών βροχών. Στις περιοχές που σήμερα είναι ερημικές, με ελάχιστη πυκνότητα σε ανθρώπους, πανίδα και χλωρίδα, έχουν συμβεί κατά τη διαδοχή των γεωλογικών αιώνων μεταβολές της έκτασης και της θέσης τους. Χλωρίδα. Στους διάφορους τύπους ε. μπορούν να υπάρξουν διάφορες φυτικές διαπλάσεις. Από τη φυτογεωγραφική αυτή άποψη, η βοτανική διακρίνει τις ε. σε ψυχρές, βραχώδεις, πετρώδεις, αμμώδεις, αλμυρές και λασπώδεις-ρωγμώδεις. Στις ψυχρές ε., μεγάλες εκτάσεις των οποίων υπάρχουν στην Ανταρκτική, στη Γροιλανδία και μικρότερες στις σημαντικότερες οροσειρές, η ζωή λείπει εντελώς ή περιορίζεται σε μερικά είδη κρυοφίλων μικροσκοπικών φυκών (ειδικά η χλωρέλλα η χιονώδης), τα οποία –σε μεγάλους αριθμούς– προσδίδουν στους πάγους χαρακτηριστικούς κόκκινους ή μοβ χρωματισμούς. Το φαινόμενο παρατήρησε για πρώτη φορά το 1818 ο θαλασσοπόρος εξερευνητής Τζον Ρος στις παγωμένες εκτάσεις του ακρωτηρίου Γιορκ (αρκτική Αμερική) και έδωσε σε αυτές τις παραλίες την ονομασία Crimson Cliffs (Πορφυροί Σκόπελοι). Στις βραχώδεις ε. το υψόμετρο και η έλλειψη νερού είναι οι δύο κύριοι παράγοντες που τις κάνουν ακατάλληλες για τη ζωή. Όπου όμως οι συνθήκες είναι λιγότερο σκληρές, η πανίδα και η χλωρίδα μπορούν να εγκατασταθούν, δίνοντας στο τοπίο μια όψη λιγότερο ερημική. Τα φυτά που παρουσιάζουν την άνοιξη τη μεγαλύτερή τους ανάπτυξη, σε συνδυασμό με την ανθοφορία, μπορούν να υπάρχουν σε μεγαλύτερες ή μικρότερες ποσότητες ανάλογα με το κλίμα και την ήπειρο. Αυτά αποτελούνται από κρούστες λιθόβιων λειχήνων. Στις πετρώδεις ε. η χλωρίδα είναι πιο πλούσια σε είδη. Εκτός από αυτά που συναντώνται στις βραχώδεις ε. μπορούν να υπάρχουν επίσης είδη σταυρανθών, ελλοβοκάρπων, χειλανθών, ροδιδών κλπ. Όμως, ο όρος έ. αναφέρεται –στις περισσότερες περιπτώσεις– στις αχανείς αμμώδεις εκτάσεις του τύπου της Σαχάρας, με θίνες και οάσεις. Στις εκτάσεις αυτές με τη χρυσόχρωμη ή αργυρόχρωμη ή ροδόχρωμη άμμο, η βλάστηση ζωντανεύει απροσδόκητα στα σημεία όπου αναβλύζει ή τρέχει σε μικρό βάθος νερό, σχηματίζοντας οάσεις με φοινικοειδή και μικρές καλλιέργειες. Στις αλμυρές ε. συστατικός παράγοντας είναι η μεγάλη περιεκτικότητα του εδάφους σε άλατα καθώς και των διαλυμάτων που κυκλοφορούν σε αυτό. Η βλάστηση εδώ αποτελείται αποκλειστικά από αλόφιλα φυτά ή αλόφυτα τα οποία προτιμούν υψηλή συγκέντρωση αλάτων. Οι λασπώδεις-ρωγμώδεις έ. είναι χαρακτηριστικές ορισμένων εδαφικών περιοχών της Ασίας. Σχηματίζονται από ξαφνικές ραγδαίες βροχές που πέφτουν σε εδάφη λιγότερο πετρώδη και περισσότερο αργιλώδη και με υπέδαφος αδιαπέραστο στο νερό. Οι βροχές αυτές σχηματίζουν λάσπη που στερεοποιείται σιγά-σιγά με την εξάτμιση και σπάει σε πολυγωνικά τεμάχια, ως επακόλουθο της επιστροφής της ξηρασίας, ιδιαίτερα αν συνοδεύεται από ανέμους. Η βλάστηση των ε. αυτών περιορίζεται σε εφήμερους φυτικούς οργανισμούς, κυρίως φύκη. Εκτός από τις καθαυτό ε. υπάρχουν και οι ημιέρημοι και οι στεπώδεις έ. Γενικά, τις περιπτώσεις αυτές χαρακτηρίζει η βλάστηση. Άλλοτε πρόκειται για ημιερήμους με φρυγανώδη βλάστηση και άλλοτε για στεπώδεις ε., όπου κυριαρχούν αγρωστώδη και άλλες πόες και φρύγανα, κυρίως ακανθώδη. Πανίδα. Οι έ. φαίνονται αφιλόξενες για κάθε μορφή πανίδας. Το νερό είναι ελάχιστο και η βλάστηση πενιχρή, ο ήλιος πολύ ζεστός, η σκιά ανύπαρκτη· παρ’ όλα αυτά είναι κατοικημένες από διάφορα ζώα, που έχουν καταφέρει να προσαρμοστούν σε ένα δυσμενές περιβάλλον. Μερικά ζώα χάρη στην ιδιοσυγκρασία τους, κατορθώνουν να ζουν αρκετό καιρό χωρίς να πίνουν νερό· το παίρνουν από τις φυτικές τροφές (ύδωρ μεταβολισμού) ή από τα αποθέματα του λίπους τους. Στις άνυδρες και αμμώδεις περιοχές τα αραχνίδια είναι πολυάριθμα και ποικίλα· σκάβουν συχνά στοές και έτσι αποφεύγουν το καυτό έδαφος, στο οποίο η θερμοκρασία φτάνει στους 60°C. Από τα αραχνίδια, ως πιο κοινά αναφέρονται οι σκορπιοί. Άλλα αραχνίδια –σαρκοφάγα και αδηφάγα, πολύ διαδεδομένα στις θερμές ε.– είναι μεγάλα αρθρόποδα, όμοια με αράχνες, τα γαλεώδη. Τρέφονται με έντομα και με μικρά πουλιά ή μικρές σαύρες. Ορισμένα καρκινοειδή, όπως το μικρό ισόποδο ονίσκος, ανήκουν αποκλειστικά στην πανίδα της ε. Τα ανόστρακα βραχιονόποδα του γένους αρτέμια ζευγαρώνουν κατά τη διάρκεια της βροχής· αναπαράγονται πολύ γρήγορα, ζουν σε αποικίες που αποτελούνται από εκατομμύρια άτομα και μαζεύονται από τους ιθαγενείς. Στις ξηρές περιόδους τα ανόστρακα ζουν κλεισμένα σε ειδικά κελύφη και μπορούν να περιμένουν χρόνια την καινούργια βροχή που θα τους επιτρέψει να βγουν από το κέλυφός τους. Πηγή όλων των μορφών ζωής στις ε. είναι η βροχή, η οποία, αν πέσει με ρυθμό εποχικής καταιγίδας, δημιουργεί μια αιφνίδια βλάστηση και μαζί με αυτή πλήθος εντόμων, τα οποία υπήρχαν στη μορφή της προνύμφης ή της νύμφης. Οι ακριδίδες είναι πολυάριθμες και ποικίλες. Οι χρωματισμοί τους (κυρίως λευκό και κίτρινο) επιτρέπουν έναν εύκολο μιμητισμό με την άμμο. Πολλά από τα έντομα αυτά επωφελούνται ακόμα και από κάποια στιγμιαία βλάστηση που οφείλεται στη βροχή για να συλλέξουν στις υπόγειες στοές τους προμήθειες που τους εξασφαλίζουν τροφή και νερό κατά την εποχή της ξηρασίας. Για να αντέξουν στην υψηλή θερμοκρασία και στην απώλεια του νερού, τα αρθρόποδα προστατεύονται με παχιά και χιτινώδη επικαλύμματα. Τα μαλάκια, αντίθετα, αμύνονται με ένα ισχυρό όστρακο, που μπορούν να το κλείσουν τραβώντας το σκληρό μυϊκό τους επιπωμάτιο. Από τα τελευταία αναφέρονται τα σαλιγκάρια, των οποίων μερικά είδη προσαρμόζονται πολύ καλά στη ζωή των ε., γιατί μπορούν να ζήσουν σε λήθαργο για αρκετά χρόνια. Πάρα πολλά είδη ερπετών είναι προσαρμοσμένα στη ζωή των ε. Μερικά, όπως ο μολώχ της Αυστραλίας, έχουν τη δυνατότητα να απορροφούν το νερό της βροχής παρά το παχύ δέρμα που τα προστατεύει. Πολλές σαύρες έχουν μεμβράνες ανάμεσα στα δάχτυλά τους, που τις βοηθούν να περπατούν με ευκολία στην άμμο, ενώ άλλες (στις αμμώδεις περιοχές της νοτιοδυτικής Αφρικής) έχουν πλατιά πόδια. Μερικές σαύρες με κοντά πόδια και με λείο σώμα, όπως ο σκίνειος της Σαχάρας, εισχωρούν στην άμμο και εκεί μπορούν να μετακινούνται όπως ένα ψάρι στο νερό, ενώ αντίθετα η οχιά η κερασφόρα καθώς και η χελώνα εισχωρούν στην άμμο και αφήνουν ακάλυπτο μόνο το κεφάλι τους. Το αγαμοειδές ουρομάστιγα η ακανθίνουρη έχει πόδια με κυρτά νύχια, με τα οποία σκάβει το έδαφος για να κατασκευάσει εκεί ένα καταφύγιο και κλείνει την είσοδό του με την ακανθώδη ουρά του. Τα πουλιά των ε. εμφανίζουν γενικά χρωματισμούς όμοιους με εκείνους του εδάφους· η σύλβια της Σαχάρας έχει την απόχρωση της άμμου· ο peltohyas australis εμφανίζει ένα φτέρωμα που συγχέεται με τις πέτρες των ε. της Αυστραλίας. Κατασκευάζουν τις φωλιές τους σχεδόν πάντοτε υποτυπωδώς ακόμα και στο χώμα, σε μέρη προφυλαγμένα, ή τις σκάβουν στην άμμο ή στον σαρκώδη κορμό των κάκτων, όπως εκείνη του δρυοκολάπτη του πρασίνου. Για την επίλυση του αιώνιου προβλήματος του νερού, τα πουλιά –όπως το γκάνγκα (συγγενές του περιστεριού)– εκτελούν ομαδικές πτήσεις για να βρουν έλη ή πηγές. Τα θηλαστικά των ε. είναι συνηθισμένα να μην πίνουν νερό για μεγάλα διαστήματα και φαίνεται ότι το νερό που περιέχεται στις φυτικές τροφές τούς είναι αρκετό, ιδιαίτερα για ένα είδος αντιλόπης των αφρικανικών ε. και για τον αμμότραγο. Η καμήλα η βακτριανή –που υπάρχει ακόμα σχεδόν αποκλειστικά σε άγρια κατάσταση στις ασιατικές ε.– και η καμήλα η δρομάδα στη Σαχάρα είναι ονομαστές για την καταπληκτική τους αντοχή: μπορούν να υποφέρουν μεγάλες στερήσεις και έχουν πόδια κατάλληλα για να περπατούν στην άμμο. Η πανίδα των ε. είναι πλούσια σε τρωκτικά που περνούν τις ζεστές ώρες της ημέρας στη δροσερή φωλιά τους, όπως τα τρωκτικά του γένους ζερμπίλ της Αφρικής και της Ασίας και ο ποντικός-καγκουρό της Βόρειας Αμερικής. Οι ποντικοί της άμμου και της Σαχάρας σκάβουν στο συμπαγές έδαφος στοές πολύπλοκες που μπορούν να φτάσουν ακόμα και τα 40 μ. σε μήκος· τα βράδια βγαίνουν vα αναζητήσουν σπόρους, καρπούς ή έντομα, τα οποία αποθηκεύουν στις φωλιές τους. Τα τρωκτικά των ε. κλείνουν την είσοδο των καταφυγίων τους με αγκάθια κάκτου ή μόνο με βόλους χώματος. Από τα ζώα που συναντώνται περισσότερο στις ε. είναι η αλεπού η μακρόωτηαλεπού της ερήμου, της οποίας το τρίχωμα μοιάζει πολύ με το χώμα της άμμου. ερημικές αποθέσεις. Οι παράγοντες ιζηματογένεσης που συμβάλλουν στον σχηματισμό των αποθέσεων σε περιοχές με κλίμα υποερημικό και ερημικό είναι κυρίως δύο: α) το νερό που –με τη μορφή χειμάρρων που σχηματίζονται στα ψηλότερα σημεία του αναγλύφου, κατά τις σύντομες ετήσιες περιόδους βροχής– μεταφέρει τα διάφορα υλικά της αποσάθρωσης· β) ο άνεμος. Από τα υλικά που μεταφέρονται, τα πιο χονδρόκοκκα αποτίθενται σε μια ενδιάμεση ζώνη μεταξύ των ψηλών αναγλύφων και της ερημικής περιοχής, ενώ όσο πλησιάζουν προς την ερημική περιοχή το πάχος τους ελαττώνεται. Κατά τις μακρές περιόδους ξηρασίας, οι αποθέσεις αυτές δέχονται την επίδραση του ανέμου, που μεταφέρει μακριά τους πιο λεπτούς κόκκους και αφήνει επιτόπου τα χαλικώδη υλικά· αυτά αργότερα σχηματίζουν με συγκόλληση ένα χαλαρό κροκαλοπαγές. Τα υλικά του κροκαλοπαγούς αυτού, με τη διαβρωτική ενέργεια των λεπτών κόκκων που μεταφέρει ο άνεμος, αποκτούν μια χαρακτηριστική τριεδρική ή πολυεδρική μορφή, με λείες, ελαφρά κοίλες επιφάνειες που διαχωρίζονται μεταξύ τους με τριγωνικές προεξοχές. Οι πολύεδροι αυτοί χάλικες ονομάζονται γλυπτόλιθοι. Οι αποθέσεις της κεντρικής περιοχής των ε., που οφείλονται αποκλειστικά στην ενέργεια μεταφοράς και απόθεσης του ανέμου, αποτελούνται από άμμο (με αποστρογγυλεμένους κόκκους) και καλύπτουν μεγάλες επιφάνειες. Οι άμμοι, με τη δράση του ανέμου, συγκεντρώνονται πολλές φορές σε χαρακτηριστικούς σωρούς που ονομάζονται θίνες. Το ύψος των θινών μπορεί να φτάσει τα 500 μ. (Σαχάρα), ενώ στις ακτές των θαλασσών, όπου επίσης σχηματίζονται θίνες, δεν υπερβαίνει τα 50 μ. Επειδή στις ε. δεν υπάρχει βλάστηση, οι θίνες μετατοπίζονται από τον άνεμο, σχηματίζοντας παράλληλα κύματα. Στο κεντρικό τμήμα πολλών ε. σχηματίζονται συχνά περιοδικές λίμνες που είναι κατά κανόνα αλμυρές. Μέσα σε αυτές αποτίθεται λεπτόκοκκος άμμος και ιλύς, που συνοδεύονται πολλές φορές από ασβεστολιθικό υλικό, γύψο και ορυκτό αλάτι. Ένας ιδιαίτερος υποερημικός τύπος απόθεσης είναι τα λες (löss), δηλαδή αποθέσεις ασβεστούχου πηλού, οι οποίες σχηματίζονται κατά την αποφύσηση και τη μεταφορά της αιολικής σκόνης από τον άνεμο. Οι αποθέσεις αυτές καλύπτουν μεγάλες εκτάσεις της γης, αποτελούνται από εξαιρετικά λεπτούς κόκκους και δεν παρουσιάζουν πλαστικότητα ούτε στρώση. Το πέτρωμα αυτό είναι χρώματος κιτρινωπού και πορώδες· συναντάται κυρίως στην Κίνα (όπου το πάχος φτάνει τα 600 μ.), στο Μεξικό, στην κεντρική και στη νότια Ευρώπη. Η όαση του Φαράν στην έρημο του Σινά, όπου υπάρχει και μετόχι του μοναστηριού της Αγίας Αικατερίνης. Όταν υπάρχει νερό, η βλάστηση είναι ζωηρή. Ο αμμότραγος, ζώο των ορεινών περιοχών της ερήμου της Σαχάρας· τα ζώα αυτά μπορούν να αντέξουν στις στερήσεις. Οι καμήλες, ζώα ανθεκτικά στις στερήσεις, είναι τα κατεξοχήν ζώα της ερήμου. Τα φυτά των ερήμων έχουν γενικά μεγάλο ριζικό σύστημα, για να απορροφούν τη μεγαλύτερη δυνατή ποσότητα νερού, ενώ είναι εφοδιασμένα με αγκάθια και λέπια, τα οποία ελαττώνουν τη διαπνοή και συνεπώς την απώλεια νερού. Στη φωτογραφία, κάρδο της ερήμου του Ιράν. Ένα χαρακτηριστικό δέντρο «Joshua Tree» στο ομώνυμο εθνικό πάρκο, στην έρημο της Αριζόνα των ΗΠΑ (φωτ. APP). Τοπίο της ερήμου με θίνες κοντά στο Χάσι Μασάουντ στην Αλγερία. Χαλικώδης έρημος στο Φεζάν. Η Κοιλάδα του Θανάτου στην Καλιφόρνια των Ηνωμένων Πολιτειών. Η έρημος της βορειοδυτικής Νουβίας στο Σουδάν. Τα σχέδια αυτά παριστάνουν διαδοχικά τις διάφορες φάσεις της διάβρωσης των αναγλύφων και της μεταφοράς των κλαστικών υλικών, οι οποίες δημιουργούνται κατά την διάρκεια χιλιετιών, εξαιτίας της σπανιότητας των βροχών και των ισχυρών ανέμων, στις περιοχές που έχουν πολύ ξηρό κλίμα. ΕΞΑΠΛΩΣΗ ΤΩΝ ΕΡΗΜΩΝ
* * *
και έρμος, -η, -ο και έρημος, -ο (AM ἔρημος, -ον, Α και ἐρῆμος, -η, -ον)
1. μοναχικός, απομονωμένος, μόνος
2. (για τόπους) α) απομακρυσμένος, ακατοίκητος, εγκαταλελειμμένος («τὸν μὲν ἀοιδὸν ἄγων ἐς νῆσον ἐρήμην», Ομ. Οδ.)
β) άδειος («ἔρημος ἡ πνύξ», Αριστοφ.)
3. (για πρόσ.) μονήρης, αβοήθητος στερημένος από κάτι ή από κάποιον (φίλο, σύμμαχο, σύντροφο) («πού πας μονάχη κι έρημη», Σολωμ.)
4. (για αφηρ. καταστάσεις) αυτός που προκαλεί το συναίσθημα τής ερημιάς, τής απόλυτης εγκατάλειψης («έρημη η νύχτα ολόγυρά μου», Ζερβ.)
5. (η αιτ. τού θηλ. ως επίρρ.) βλ. ερήμην
6. (το θηλ. τού επιθ. έρημος ως ουσ.) η έρημος (ενν. χώρα) α) πολύ μεγάλη έκταση γης που δεν έχει νερό και γι’ αυτό είναι ακατοίκητη και ακαλλιέργητη
β) παροιμ. φρ. «φωνή βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ» — γι’ αυτούς που μιλούν μάταια σε κάποιους που δεν προσέχουν ή δεν αποδέχονται αυτά που λέγονται (ΚΔ)
γ) παροιμ. «πολλά καλά στην έρημο, γιατί κανείς δεν είναι» — για το γεγονός ότι η ψυχική γαλήνη εξασφαλίζεται μακριά από την κοινωνία τών ανθρώπων
νεοελλ.
1. αυτός που σε δεδομένη χρονική στιγμή δεν παρουσιάζει ύπαρξη η κίνηση («έρημος δρόμος»)
2. αυτός που γίνεται αίτιος δυστυχίας, εγκατάλειψης («τα έρημα τα ξένα ν’ ανάψουν να καούν», δημ. τραγ.)
3. φρ. «ἐρμος σου ο χρόνος και κακός»
(για κατάρα) τον κακό σου τον καιρό
μσν.- νεοελλ.
1. ταλαίπωρος, άθλιος, δυστυχισμένος (α. «απόμεινα ο δόλιος έρμος και σκοτεινός» β. «χάθηκα ο έρμος»)
2. (για πράγματα) αδέσποτος, αφύλακτος («ἐρημο σπίτι»)
3. παροιμ. α) «ο φόβος φυλάει τα έρημα» — από τον φόβο προστατεύονται τα έρημα μέρη
β) «στα έρμα προκόβουν τ’ αγκάθια»
μσν.
ο κατεστραμμένος οικονομικά
αρχ.
1. (για ζώα) το μοναχικό, αυτό που βρίσκεται έξω απ’ την αγέλη («καταίροντας είς ἀγοράν ἐρήμους ὄρνιθας», Πλούτ.)
2. αυτός που έχει στερηθεί κάποιο πράγμα, αυτός που δεν έχει κάτι (γιατί τού τό αφαίρεσαν), εγκαταλελειμμένος από κάποιον ή από κάτι
3. (χωρίς κακή σημ.) ελεύθερος, απαλλαγμένος από κάτι («ἀνδρῶν κακῶν ἔρημος πόλις»)
3. αζήτητος
4. (το θηλ. τού επιθ.) ἐρήμη (ενν. δίκη)
η δίκη κατά την οποία απουσιάζει ο εναγόμενος
5. (το ουδ. πληθ. ως επίρρ. ἔρημα («ἔρημα κλαίω» — κλαίω μόνος μου, Ευρ.)
6. παροιμ. «ἐρήμας τρυγῶ» (ενν. αμπέλους)
τρυγώ τα άφραγα αμπέλια και κατ’ επέκταση επωφελούμαι από την απουσία κάποιου ή συμπεριφέρομαι με θρασύτητα εκεί που δεν υπάρχει φόβος (Αριστοφ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Ίσως συνδέεται με λατ. rēte «δίχτυ», rārus χαλαρός, αραιός, μεμονωμένος», αρχ. ινδ. r-te «χωρίς, εκτός».
ΠΑΡ. ερημία, ερημοσύνη
αρχ.
ερημάζω, ερημαίος, ερημάς, ερημείος, ερημώ.
ΣΥΝΘ. (Α’ συνθετικό) αρχ. ερημοβάτης, ερημολάλος, ερημονόμος, ερημοπλάνος, ερημοποιός, ερημόπολις (I), ερημοφίλης
μσν.
ερημόπολις (II), ερημοταφής, ερημοχάρακον
μσν.- νεοελλ.
ερημονήσι(ν), ερημότοπος. (Β’ συνθετικό) πανέρημος, φιλέρημος
αρχ.
απέρημος, δυσέρημος, ολέρημος, υπέρημος
νεοελλ.
ημιέρημος, παντέρημος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • έρημος — έρημος, η, ο και έρμος, η, ο 1. για πρόσωπα, αυτός που είναι μόνος, χωρίς δικούς και φίλους: Έμεινε στον κόσμο έρημη. 2. για τόπο, αυτός που είναι έρημος από ανθρώπους, ο ακατοίκητος: Έρημη ακρογιαλιά. 3. ο αφημένος, ο αφύλαχτος, ο αδέσποτος: Ο… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐρῆμος — desolate masc nom sg ἐρῆμος desolate masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έρημος — η пустыня – местожительства монахов отшельников, исихастов …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἔρημος — ἔρη̱μος , ἐρῆμος desolate masc/fem nom sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έρημος — [ер им ос] ουσ. Θ. необитаемый …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • έρημος — [зримое] εκ. опустынный, одинокий, уединенный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Λιβυκή έρημος — Έρημος (2.000.000 τ. χλμ.) της Αφρικής. Αποτελεί το βορειοανατολικό τμήμα της Σαχάρας και εκτείνεται Δ του ποταμού Νείλου. Η Λ.έ. καλύπτει τον χώρο της ανατολικής Λιβύης, της δυτικής Αιγύπτου και τμήματος του βόρειου Σουδάν. Το βόρειο τμήμα της Λ …   Dictionary of Greek

  • Αραβική έρημος — Βραχώδης έρημος της βορειοανατολικής Αφρικής που εκτείνεται μεταξύ της κοιλάδας του ποταμού Νείλου και των ακτών της Ερυθράς θάλασσας. Πρόκειται για οροπέδιο με αρχαϊκή κρυσταλλοσχιστώδη σύσταση, που καλύπτεται από στρώματα ασβεστόλιθου και… …   Dictionary of Greek

  • Αλμυρή έρημος — Στεπώδης έκταση της Μ. Ασίας, ανάμεσα στη σιδηροδρομική γραμμή που ενώνει το Αφιόν Καραχισάρ με το Ικόνιο και τη λίμνη Τουζ Γκιολ. Ένα μέρος της λίμνης αυτής ξεραίνεται το καλοκαίρι και αποτελεί προέκταση της ερήμου. H διάβαση της Α.ε. στη… …   Dictionary of Greek

  • Γκίμπσον, έρημος — Ερημική περιοχή στη δυτική Αυστραλία, που καλύπτει το κεντρικό τμήμα της μεγάλης Αυστραλιανής ερήμου. Βλ. λ. Αυστραλία (Γεωμορφολογία) …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.